Ημ/νια Δημοσίευσης: Σα 8 Μαρ 2014

Ποιος από το «Ποτάμι» συνυπογράφει με τον καθηγητή που «ξεπλένει» ταγματασφαλίτες

question_mark

Τι σχέση μπορεί να έχει ο καθηγητής Στ. Καλύβας που προσπαθεί με τα δικά του επιχειρήματα να «ξεπλύνει» τους ταγματασφαλίτες της Κατοχής -και τον οποίο ο υπ. Παιδείας Κων. Αρβανιτόπουλος τον τοποθέτησε στο Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας και Τεχνολογίας- με το «Ποτάμι» του Σταύρου Θεοδωράκη; Αμεση σχέση δεν έχουν καμία.

Στο νέο κόμμα που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν έτοιμο να πάει για κυβέρνηση (τρόπος του «λέγειν») πριν καλά καλά ανακοινωθεί, πριν ακόμη γνωστοποιήσει το πολιτικό πλαίσιο και τις προτάσεις του, βρίσκεται απλά και ένα πρόσωπο το οποίο συνυπογράφει άρθρα μαζί με τον κ. Καλύβα και οι πολιτικοί σχολιασμοί του μέσα από τη δική του προσέγγιση στην ιστορία έχουν στο «στόχαστρο» τον χώρο της Αριστεράς. Ο καθηγητής Νίκος Μαραντζίδης, ο οποίος σε πολλά σημεία συμπλέει με τον συνάδελφο του που εδώ και 3 ημέρες είναι τοποθετημένος με απόφαση του υπουργού Παιδείας στο ΕΣΕΤ, είναι ένας από τους πρώτους 30 που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του κ. Σ. Θεοδωράκη, στην ιστοσελίδα του οποίου, μάλιστα, αρθρογραφεί τακτικά.

mantzaridis

Ο καθηγητής Ν. Μαραντζίδης

Η σχέση αρθογραφίας του κ. Μαραντζίδη με τον κ. Καλύβα και κυρίως, οι δικές του απόψεις, όπως αυτές αποτυπώνονται και σε πολλά πρόσφατα –και μη- κείμενα του, σίγουρα αποδεικνύουν ότι τα άτομα που έχουν μπει στο «Ποτάμι» έχουν πολιτική άποψη και μάλιστα συγκεκριμένη, σε αντίθεση με την εικόνα που επιχειρείται να δοθεί βασιζόμενη στην -αδύναμη να στηριχθεί από την ίδια τη ζωή- δικαιολογία του «με όλους μαζί είμαστε».

Στην προκειμένη, με βάση μια πρώτη εντύπωση, τον καθηγητή που ανήκει στους «30» του κόμματος που ανακοίνωσε ο κ. Θεοδωράκης δεν μπορεί να του ασκήσει κριτική, π.χ,, για νεοναζιστικές απόψεις. Σε πρόσφατη αρθογραφία του, με το δικό του φυσικά τρόπο, βάζει διαχωριστικές γραμμές.

Όμως, εάν κάποιος αναγνώστης του ισχυριστεί λαϊκά ότι ο κ. Μαραντζίδης έχει τέτοια αντιπάθεια προς την αριστερά που φτάνει μέχρι τα όρια της «αναφυλαξίας», θα βρεθούν πολλοί που θα συμφωνήσουν. Ο ένας εκ των πρώτων 30 του «Ποταμιού» δεν «ξεπλένει» μέσω ενός άστοχου συμψηφισμού, ιστορικά, τους ταγματασφαλίτες τόσο καθαρά όπως ο «αγαπημένος» του κ. Αρβανιτόπουλου, ο καθηγητής του Γιέηλ κ. Καλύβας, αλλά δείχνει φανερά ότι το «κόκκινο» τον ερεθίζει αρνητικά.

Η σύνδεση Τσίπρα – ΠΑΣΟΚ

Οι κρίσεις του 45χρονου αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, με διδακτορικό που είχε αντικείμενο τη μελέτη του κομμουνισμού, επικεντρώνονται και σε πολιτικά πρόσωπα, με προτίμηση στο χώρο της Αριστεράς. Με τίτλο «Αλέξη φέρνεις 80s» σε άρθρο του στο protagon.gr, στις 28 Μαιου του 2013, ο ενας εκ των «30» του Σ. Θεοδωράκη ακολουθώντας το πνεύμα της καλλιέργειας των εντυπώσεων ότι ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ το ίδιο είναι, τα «έχωνε» με τρόπο στον Α. Τσίπρα αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Παρακολουθώ με προσοχή τον Αλέξη Τσίπρα στις δημόσιες εμφανίσεις του. Έσπαγα καιρό το κεφάλι μου∙ κάποιον μου θυμίζει έντονα, έλεγα μέσα μου, αλλά δεν μπορούσα να βρω ποιον. Ώσπου μια μέρα, κατάλαβα. Ο Αλέξης μου θύμιζε κάτι ομορφόπαιδα συμμαθητές μου στα νιάτα τους, κυρίως Κνίτες και Πασόκους για να λέμε την αλήθεια (συγνώμη, παιδιά), που τρομερά δημοφιλείς, σάρωναν στα αμφιθέατρα και στα καφενεία»…

kalivas_stathis

Ο καθηγητής Σ. Καλύβας

Η κοινή επίθεση Καλύβα – Μαραντζίδη με αφορμή τα «γουναράδικα»

Ο ένας εκ των πρώτων 30 που μπήκε στο «Ποτάμι», στις 21 Ιουλίου του 2013 συνυπέγραφε κείμενο με αιχμηρή κριτική μαζί με τον κ. Καλύβα στην «Καθημερινή», με αφορμή την δήλωση του βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Β. Διαμαντόπουλου για τα «γουναράδικα». Το κείμενο παρατίθεται, ενδεικτικά, στη συνέχεια:

Το ιστορικό παρελθόν ως εργαλείο προπαγάνδας - Των Στάθη Ν. Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη

«Η επιλογή του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Βαγγέλη Διαμαντόπουλου να μας θυμίσει τον Αρη Βελουχιώτη και τη φράση του «καλή αντάμωση στα γουναράδικα», επιβεβαιώνει πανηγυρικά τη βαθύτερη εμπέδωση μιας πολιτικής πρακτικής που βασίζεται στην καταχρηστική ιδιοποίηση της ιστορίας της Κατοχής και του Εμφυλίου για προπαγανδιστικούς σκοπούς.

Η αναφορά στα ιστορικά γεγονότα της δεκαετίας του ’40 γίνεται με τρόπο που αντί να τονίζει την τραγική διάσταση μιας μεγάλης ανθρώπινης και εθνικής καταστροφής έτσι ώστε να μην επαναληφθεί, αντίθετα, απλοποιεί και παραποιεί μια σύνθετη πραγματικότητα, μετατρέποντάς την σε μισαλλόδοξη και φανατική πολιτική συνθηματολογία και προπαγάνδα που επιχειρεί να εκμαιεύσει μιαν εύκολη συναισθηματική αντίδραση από ένα κοινό που έχει εθιστεί στο να τρέφεται από ιστορικούς μύθους και να αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους.

Η πρακτική αυτή, που χρησιμοποίησαν στο παρελθόν τόσο η χούντα όσο και ο Αυριανισμός της δεκαετίας του ’80, επανήλθε στο προσκήνιο με τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2008, όταν το σύνθημα «Βάρκιζα Τέλος» έκανε την εμφάνισή του σε κάμποσους τοίχους. Πάνω στη βάση αυτή, βρήκε πάτημα και αναπτύχθηκε η απλουστευτική αντιμνημονιακή ρητορική των τριών τελευταίων ετών. Από το 2010 και μετά, έχουμε γίνει μάρτυρες μιας συστηματικής κατάχρησης και διαστροφής όρων που προέρχονται από τη δεκαετία του ’40 προκειμένου να περιγραφούν άσχετες με την περίοδο αυτή καταστάσεις. Αρκεί να διαπιστώσει κανείς την ευρύτατη διάδοση φρασεολογίας τύπου «κυβέρνηση δωσιλόγων», «Κουίσλιγκ», «Τσολάκογλου» κ.λπ., για να διαπιστώσει την αλήθεια του ισχυρισμού αυτού. Σε ένα ίσως λίγοτερο χυδαίο, αλλά εντελώς εφάμιλλο επίπεδο, την ίδια πρακτική έχει ακολουθήσει ο Αλέξης Τσίπρας με τις συνεχείς αναφορές του στο ΕΑΜ ή στη Βάρκιζα, επενδύοντας σε έναν παραπλανητικό και ψευδεπίγραφο αλλά δυνητικά κερδοφόρο ρεβανσισμό. Οι αναφορές στον Εμφύλιο υιοθετήθηκαν ασμένως και από τη Χρυσή Αυγή που υπερθεματίζει σε χυδαιότητα και ακρότητα.

Πώς όμως φθάσαμε στο σημείο αυτό; Η βαθιά ρίζα του προβλήματος πρέπει να αναζητηθεί στον τρόπο με τον οποίο το εκπαιδευτικό μας σύστημα προσεγγίζει «ευαίσθητα» ιστορικά θέματα, φοβούμενο να τα αγγίξει με τόλμη και σύνεση, καλλιεργώντας με τον τρόπο αυτό την ιστορική άγνοια και την έλλειψη κριτικού πνεύματος. Ειδικότερα για τη δεκαετία του ’40, στο πανεπιστημιακό και ερευνητικό επίπεδο, μια καθόλου αμελητέα μερίδα της κοινότητας των εξειδικευμένων ιστορικών χειρίστηκε την ιστορία της περιόδου αυτής ανώριμα και επιπόλαια, προκρίνοντας μιαν έντονα ιδεολογική ανάγνωση και καταγγέλλοντας συστηματικά κάθε νηφάλια επιστημονική προσέγγιση ως απόπειρα αποϊδεολογικοποίησης και αναθεώρησης της Ιστορίας, συχνά μάλιστα με απροκάλυπτα χυδαίο τρόπο. Σε ένα τρίτο επίπεδο, στρατευμένοι ή ιστορικά ημιμαθείς δημοσιογράφοι, στην προσπάθειά τους να εκλαϊκεύσουν την Ιστορία που δεν διδάσκεται στα σχολεία, διέδωσαν μια εύπεπτη εκδοχή της με τον κλασικό αλλά άστοχο διαχωρισμό σε ήρωες και προδότες, καλούς και κακούς, γερμανοτσολιάδες και κομμουνιστοσυμμορίτες. Τέλος, σε ένα τέταρτο επίπεδο, αρκετοί πολιτικοί χρησιμοποίησαν αντίστοιχες εκδοχές γιατί, απλούστατα, ο συναισθηματισμός που προκαλούν οι μύθοι επιτρέπει τη συγκάλυψη των πραγματικών προβλημάτων, ως άλλοθι για την αποφυγή επεξεργασίας σοβαρών προτάσεων για το μέλλον της χώρας. Πρόκειται για την κλασική συνταγή του λαϊκισμού.

Ως το ξέσπασμα της κρίσης, οι πρακτικές αυτές μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ως γραφικές και μάλλον ανώδυνες, ενώ η επιρροή τους παρέμενε περιθωριακή. Η σοβαρή ενασχόληση με την Ιστορία ήταν ένα χόμπι πολυτελείας, ενώ η ευμάρεια επέτρεπε το ξεπέρασμα των τραυμάτων του παρελθόντος δίχως την ανάγκη μιας πραγματικής ιστορικής αυτογνωσίας. Η κρίση όμως, γκρεμίζοντας τη βεβαιότητα πως η Ελλάδα είχε ξεφύγει οριστικά από τις αντιδημοκρατικές και βίαιες παθολογίες του παρελθόντος, επέτρεψε την κατασκευή πρωτόγονων συνθημάτων ποδοσφαιρικού τύπου («ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – Μελιγαλάς» ή «Στο Βίτσι και τον Γράμμο σας χώσαμε στην άμμο»), που βρίσκουν έδαφος σε σημαντικό κομμάτι μιας αποπροσανατολισμένης κοινής γνώμης. Από τη στιγμή μάλιστα που κάποιες πολιτικές ηγεσίες υιοθετούν αυτήν την πρόσληψη της Ιστορίας και μάλιστα την εισάγουν στον κοινοβουλευτικό διάλογο, τη νομιμοποιούν ακόμη περισσότερο και συμβάλλουν στη μεγαλύτερη διάδοσή της.

Καθώς οι γενιές που έζησαν τον εμφύλιο πόλεμο αποχωρούν σιγά σιγά από το προσκήνιο και οι επερχόμενες γενιές, μην έχοντας εκπαιδευθεί στην κριτική ανάγνωση της πρόσφατης ιστορίας μας, διαθέτουν μια περιορισμένη και συχνά διαστρεβλωμένη γνώση της τραγικής διάστασης του αιματηρού αυτού διχασμού, ελλοχεύει ένας μεγάλος κίνδυνος. Δεν υπονοούμε βέβαια την επανάληψη του Εμφυλίου, πράγμα δίχως καμία βάση, αλλά αναφερόμαστε στην καλλιέργεια της πόλωσης, την ενίσχυση της μισαλλοδοξίας και την προετοιμασία του εδάφους για εκδηλώσεις βίας από τους λίγους εκείνους ανισόρροπους και φανατικούς αφελείς που εμπνέονται από τέτοιους μύθους.

Εντέλει, η ικανότητα μιας κοινωνίας να προσεγγίζει κριτικά και νηφάλια το παρελθόν της είναι δείκτης της ποιότητας της παιδείας και του επιπέδου ανάπτυξής της, καθώς και εγγύηση για το δημοκρατικό της μέλλον».

Σχετικό άρθρο: Ακαδημαϊκό – «υπερασπιστή» των Ταγμάτων Ασφαλείας διόρισε ο Αρβανιτόπουλος.

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

*